Συντάκτης: one07param

  • « Ένα  γενναίο παιδάκι με μαγικές δυνάμεις »

    « Ένα  γενναίο παιδάκι με μαγικές δυνάμεις »

    Κάποτε σε μια μικρή πολιτεία ζούσε ένα παιδάκι που το όνομά του ήταν Μπάλος.

    Ο Μπάλος ήταν πολύ έξυπνος και πολύ αστείος! Γεννήθηκε χωρίς να βλέπει ,αλλά ήξερε πάντα πού ήταν τα πράγματα που χρειαζόταν.Χειριζόταν περίφημα τον υπολογιστή ,είχε ένα υπέροχο μπαστουνάκι με δεινόσαυρους και λάτρευε τον πιστό του σκύλο-οδηγό.

            Του άρεσαν πολύ τα Χριστούγεννα και φυσικά το καλοκαίρι. Περίμενε τις διακοπές με ανυπομονησία και το σχολείο δεν του άρεσε ,παρόλο που ήταν πολύ καλός μαθητής .

          Είχε μόνο έναν φίλο που τον έλεγαν Αστέρη και περνούσαν πολλές ώρες μαζί. Ο Αστέρης τον θαύμαζε και συνεχώς έμενε έκπληκτος από το χιούμορ και τις γνώσεις του. Όταν ήταν μαζί ξεχνούσε πως ο Μπάλος δεν μπορεί να δει ,γιατί ένιωθε πως έβλεπε τον κόσμο με έναν άλλο τρόπο μαγικό.

    Στο σχολείο ο Μπάλος δεν περνούσε πολύ ωραία. Τα άλλα παιδιά δεν τον πλησίαζαν για να παίξουν .Θεωρούσαν πως επειδή δε βλέπει και επικοινωνεί με έναν τόσο ιδιαίτερο και διαφορετικό από εκείνους τρόπο ,δε  θα μπορούσε να παίξει.

    Ο Αστέρης θύμωνε που το έβλεπε αυτό και προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο ώστε όλα τα παιδιά να μπορέσουν να γνωρίσουν τη σπουδαία καρδιά και τη δύναμη του φίλου του.

    Εκεί που σκεφτόταν ,βρήκε την τέλεια ιδέα!

    «Έι παιδιά !Τι λέτε να παίξουμε τυφλόμυγα ;Εγώ θα έχω στην ομάδα μου τον Μπάλο που είναι φοβερός!»Τους είπε και περίμενε την απάντηση με ανυπομονησία.

    Τα άλλα παιδιά στην αρχή σάστισαν  και αναρωτιόντουσαν αν θα τα καταφέρει  ,μα σύντομα αποφάσισαν να συμφωνήσουν.

    Το παιχνίδι ξεκίνησε και  από το πρώτο πεντάλεπτο η ομάδα του Αστέρη με τον Μπάλο είχε διαπρέψει. Ο Μπάλος μόλις τους ακουμπούσε λίγο ,τους αναγνώριζε αμέσως χωρίς ούτε ένα λάθος. Τα παιδιά είχαν ενθουσιαστεί με τις μαγικές δυνάμεις του! Μπορεί να μην έβλεπε ,αλλά είχε αναπτύξει με θαυμαστό τρόπο τις υπόλοιπες αισθήσεις του.

                Ο Μπάλος εκείνη την ημέρα έφυγε απ΄το σχολείο  τόσο χαρούμενος  που δεν μπορούσε να σταματήσει να γελά. Απέδειξε πως όλα τα παιδιά είναι διαφορετικά και όλα έχουν ξεχωριστές δυνάμεις, αρκεί να τους δοθεί η ευκαιρία  να το δείξουν,  ο χρόνος που χρειάζονται και κυρίως η αγάπη των άλλων παιδιών.

    Φυσικά ,από τότε όλοι έγιναν τα καλύτερα φιλαράκια και ο Μπάλος τους εκμυστηρεύτηκε τα μυστικά της  « ανίκητης τυφλόμυγας».

    Πάνος Μπαρμπέρης Δ΄Τάξη
    Αριάδνη Γκάσι Δ΄Τάξη

    *Αφιερωμένο σε όλα τα γενναία παιδάκια

     

  • «Η ζωή του Αϊ-Βασίλη »

    «Η ζωή του Αϊ-Βασίλη »

    Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό σπιτάκι όπου ζούσε ο Αϊ-Βασίλης και η οικογένειά του. Οι γονείς του και τα 2 αδελφάκια του τον αγαπούσαν πολύ. Ο πατέρας του είχε ένα μικρό μαγαζάκι κατασκευής παιχνιδιών  και ο μικρός Βασίλης πήγαινε συχνά και τον παρατηρούσε. Μια μέρα ,όμως, είδε ένα υπέροχο παιχνίδι που είχε φτιάξει και δεν άντεξε ,αμέσως σκέφτηκε πως αυτό το δώρο φτιάχτηκε για να δώσει μεγάλη χαρά σε ένα παιδάκι.

    Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη ένα βράδυ που όλοι κοιμόντουσαν πήρε το φανταστικό παιχνίδι .Έπειτα,περπάτησε αρκετά και βρήκε μια φτωχή καλύβα όπου ζούσε ένα πολύ φτωχό παιδάκι. Δεν είχε ποτέ του ξαναδεί παιχνίδι. Όταν ο μικρός Αϊ-Βασίλης του έδωσε το δώρο,τα μάτια του παιδιού έλαμψαν από χαρά. Αμέσως τον ευχαρίστησε και αποχαιρετίστηκαν με γέλια και δάκρυα συγκίνησης.

    Στο δρόμο του γυρισμού ,ο μικρός μας Αϊ-Βασίλης διάλεξε να ακολουθήσει ένα πιο σύντομο  μονοπάτι μέσα από το δάσος. Βλέπετε, δεν ήθελε να αργήσει και να ανησυχήσουν οι γονείς του. Τον περίμεναν ,όμως, ευχάριστες εκπλήξεις!

    Στο δάσος τον πλησίασαν κάτι μικροσκοπικά κόκκινα ξωτικά και του είπαν: «Γεια σου! Είμαστε τα ξωτικά των Χριστουγέννων!». Εκείνος απάντησε έκπληκτος: «Ωωω…τι χαρά !Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;». Τα ξωτικά με όλη τη δύναμη της φωνής τους είπαν: «Έχεις την πιο αγνή καρδιά και  τεράστια αγάπη για τα παιδιά , γι΄ αυτό όταν μεγαλώσεις θέλουμε να έρθεις κοντά μας και να σε κάνουμε βασιλιά των ξωτικών!».

    Ο Αϊ-Βασίλης συμφώνησε .Γύρισε σπίτι του, έμαθε καλά την τέχνη κατασκευής παιχνιδιών απ΄ τον μπαμπά του και όταν μεγάλωσε αποχαιρέτησε τους αγαπημένους του και πήγε να ζήσει με τα ξωτικά. Εκεί παντρεύτηκε μια πανέμορφη γυναίκα που έμοιαζε σαν νεράιδα, την Κρυσταλλένια.

    Ζούνε όλη τους τη ζωή αγαπημένοι και αφοσιωμένοι στην τέχνη των παιχνιδιών με τη μαγική συνταγή της αγάπης. Κάθε Πρωτοχρονιά τα μοιράζουν με συγκίνηση στα παιδάκια πάντα με τη βοήθεια των καλοσυνάτων ξωτικών!

    Ίριδα Λάτση

    Ανδρονίκη Νικολοπούλου

    Αγγελική Ζαφειροπούλου

  • ‘‘Η κακομαθημένη κυρία Πένη”

    ‘‘Η κακομαθημένη κυρία Πένη”

      Κάποτε ζούσε σε ένα χωριό της Κίνας που καλλιεργούσαν όλοι ρύζι   μια κυρία πολύ πλούσια που το όνομά της ήταν Πένη. Η κυρία Πένη όλοι την ώρα γκρίνιαζε και παραπονιόταν για τα πάντα, ενώ γύρω της οι συγχωριανοί της ήταν πάντα χαμογελαστοί και ας δούλευαν σκληρά.

       Μια φορά πήγε να φάει σε ένα μικρό , φτωχικό ,αλλά πολύ καλό ταβερνάκι του χωριού της που είχε τη φήμη πως έφτιαχνε το καλύτερο σούσι .Εκεί άρχιζε να φωνάζει:

    «Απαπα…Το σούσι είναι κακοψημένο ,άγευστο και πάρα πολύ ακριβό! Αξίζει μόνο ένα αστέρι».

    Εκεί βρισκόταν η φίλη της η Στέισι και μόλις την είδε ,την πλησίασε και της είπε :«Σταμάτα να γκρινιάζεις ,Πένη. Παλιά και εγώ ήμουν πλούσια και συνεχώς παραπονιόμουν, αλλά αφότου έχασα τον σκύλο μου  και έκλαψα πολύ κατάλαβα πως τα σημαντικά δεν είναι τα χρήματα και τα πράγματα ,αλλά τα συναισθήματα. Από τότε, η ζωή μου άλλαξε .Μοίρασα τα χρήματα που δε χρειαζόμουν σε όποιο πλάσμα τα είχε ανάγκη και δεν ξαναγκρίνιαξα ποτέ!».

    Σοφία-Αμελί Σκαρπαθιώτη

    Δ΄ Τάξη

  • « Η ΛΑΝΗ Η ΦΑΛΑΙΝΑΝΗ ΤΖΑΝΗ»

    « Η ΛΑΝΗ Η ΦΑΛΑΙΝΑΝΗ ΤΖΑΝΗ»

    Μια φορά και έναν καιρό σε μια βαθιά και παγωμένη θάλασσα στην άκρη της γης  ζούσαν φάλαινες χαρούμενες και παιχνιδιάρες.

        Μαζί τους ζούσε και μια καλοσυνάτη μικρούλα φάλαινα, η Λάνη Φαλαινάνη Τζάνη. Ήταν πολύ ευγενική και καλοσυνάτη. Της άρεσε να κάνει βουτιές και να τρώει πλαγκτόν, κατά προτίμηση μικρές γαρίδες. Μα πιο πολύ απ’ όλα της άρεσε να ταξιδεύει σε άλλες ακρογιαλιές και να παρατηρεί τα παιδάκια .

       Αγαπούσε πολύ τα μικρά παιδιά, γελούσε με τις σκανδαλιές τους και τις χαρούμενες φωνές τους.

    Ονειρευόταν να ζήσει στα νερά ενός παραθαλάσσιου οικισμού όπου θα την αγαπάνε και εκείνη θα τους φροντίζει όσο περισσότερο μπορεί. Θα τους βοηθάει στο ψάρεμα, στη μεταφορά ,αλλά και στη διασκέδαση. Τα παιδιά θα μπορούσαν να κάνουν τις καλύτερες βουτιές στη ράχη της, μα και την καλύτερη τσουλήθρα!

      Σαν ήρθε η άνοιξη και έλιωσαν οι πάγοι, σκέφτηκε πως έφτασε η ώρα να εκπληρώσει το όνειρό της.

    Ξεκίνησε, λοιπόν, να διασχίζει τα νερά παρέα με τα γλαράκια τραγουδώντας το χαρούμενο τραγούδι των ταξιδιών:

    «Έλα ταξιδάκι

    πάρε με μακριά

    να γνωρίσω παιδάκια

    να μάθω πολλά…

    Έλα ταξιδάκι

    γλίστρα στα νερά,

    δείξε μου τον δρόμο

    που’ χω στην καρδιά!»

     Ξάφνου στον ορίζοντα άρχισε να ξεπροβάλλει μια όμορφη παραθαλάσσια πόλη. Η Λάνη η Φαλαινάνη βουτάει γρήγορα γεμάτη ανυπομονησία στο βυθό με την ελπίδα αυτή η βουτιά να την οδηγήσει γρήγορα στην ακτή.

    Μετά από λίγη ώρα πήγε να βγάλει το κεφαλάκι της στην επιφάνεια ,μα δε μπορούσε να αναπνεύσει. Την εμπόδιζε μια μεγάλη μαύρη παχύρρευστη κηλίδα πετρελαίου.

    Ένα μεγάλο πλοίο είχε διαρροή πετρελαίου ,μα συνέχιζε ανεμπόδιστα το δρομολόγιό του χωρίς να νοιάζεται για τα πλάσματα της θάλασσας που υπέφεραν.

       Η Λάνη Φαλαινάνη μας, προσπάθησε να ξεφύγει μα δε μπόρεσε .Οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν και έμεινε λιπόθυμη στην επιφάνεια της θάλασσας. Αμέσως κάποιοι φαλαινοκυνηγοί πήγαν να τη μαζέψουν, μα σώθηκε με τη βοήθεια των παιδιών. Τα μικρά παιδιά αμέσως φώναξαν τους γονείς τους και εκείνοι με βάρκες κατάφεραν να τραβήξουν τη Λάνη σε σημεία της θάλασσας με καθαρά νερά.Στη συνέχεια,την έπλυναν και άρχιζαν να την ταΐζουν γαρίδες για να δυναμώσει.

       Οι μαμάδες, όμως, των παιδιών αποφάσισαν να μην αφήσουν το πλοίο που είχε προκαλέσει όλη αυτή τη θαλάσσια ρύπανση να φύγει χωρίς να επανορθώσει.

        Βρήκαν ένα ελικόπτερο που είχαν στην πόλη τους για έκτακτες ανάγκες και πέταξαν προς το καράβι για να τους σταματήσουν. Μαζί τους είχαν πάρει όλα τα σκεύη μαγειρικής και τα εργαλεία κήπου.

        Όταν προσγειώθηκαν  στο κατάστρωμα ,άρχισαν να χτυπάνε τόσο δυνατά τα σκεύη και τα εργαλεία που οι ιδιοκτήτες του πλοίου τις παρακαλούσαν να σταματήσουν. Εκείνες ήταν αποφασισμένες να μη σταματήσουν , παρά μόνο όταν η θάλασσα καθαριστεί. Το πλήρωμα του πλοίου βούτηξε χωρίς δεύτερη σκέψη στα βρώμικα νερά και απομάκρυνε το πετρέλαιο με ειδικά δίχτυα. Έπειτα με έναν σωλήνα που λειτούργησε σαν ηλεκτρική σκούπα ,κατάφεραν να  τραβήξουν το πετρέλαιο σε μια ειδική δεξαμενή του πλοίου.

        Η θάλασσα ήταν πάλι καταγάλανη. Οι άνθρωποι πρόσφεραν τη φροντίδα τους σε όποιο ζωάκι είχε ακόμα προβλήματα στην υγεία του λόγω του πετρελαίου και έπειτα οργάνωσαν ένα μεγάλο γλέντι στην ακρογιαλιά με τραγούδια και βιολιά!

        Η Λάνη η Φαλαινάνη Τζάνη είχε βρει το νέο της σπιτικό. Σε καταγάλανα νερά, περιτριγυρισμένη απ΄ την αγάπη και τα γέλια πολλών παιδιών που γίνονταν άψογοι κολυμβητές για να μπορούν να τη συναντούν και να την προστατεύουν!

    Συγγραφική Ομάδα :

    Αλέξης Μπελαχιμπίπ, Γιάννης Μπελαχιμπιπ , Αριάδνη Γκάσι, Σοφία Αμελί Σκαρπαθιώτη, Γιώργος Μάνδυλας, Άρης Γκάσι, Ερμής Κρασνιχί

  • «H ομάδα της περιπέτειας »

    «H ομάδα της περιπέτειας »

    Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια ομάδα μικρών παιδιών που ήθελαν να ταξιδέψουν , να ζήσουν πολλές περιπέτειες και να μάθουν τα μυστικά του κόσμου και της ζωής.
    Επεισόδιο 1ο
    ΠΑΡΙΣΙ-ΛΟΝΔΙΝΟ;
    Η ομάδα της περιπέτειας είχε ιδρυτικά μέλη τρία παιδιά, τον Μάρκο, τον Παύλο και τον Μάριο. Ζούσαν στην Ελλάδα και ήθελαν να πάνε στο Παρίσι. Δυστυχώς, όμως, δεν είχαν χρήματα. Ο Μάρκος σκέφτηκε και πρότεινε :«Παιδιά, ας ρωτήσουμε τους γονείς μας!» και εκείνα απάντησαν :«Πολύ καλή ιδέα».
    Όταν τα παιδιά ρώτησαν τους γονείς τους μπόρεσαν συνολικά να μαζέψουν 10.982 ευρώ. Ήταν πολύ χαρούμενα ,τα είχαν καταφέρει περίφημα!
    Ετοίμασαν, λοιπόν, τα πράγματά τους και έφυγαν για αεροδρόμιο. Βέβαια ,εκεί μπερδεύτηκαν με τις πτήσεις και τελικά κατέληξαν μετά από 4 ώρες στο Λονδίνο. Είχαν ξεκινήσει στις 6 το πρωί και ήταν πολύ κουρασμένα .Αποκοιμήθηκαν και την επόμενη μέρα ξεκίνησαν με τρένο να πάνε στη Γαλλία. Εκεί ,όμως, χάθηκαν! Ο Μάρκος βρέθηκε στη Λυών ,ενώ ο Παύλος με τον Μάριο δεν ήξερε πού ήταν!
    Είχε μεγάλη αγωνία να τους βρει μέχρι που βρήκε έναν Γάλλο που μιλούσε ελληνικά και του είπε :«Έχασα τους φίλους μου, μπορείς να με βοηθήσεις;».
    Εκείνος δέχτηκε με χαρά και άρχισαν να περπατούν μαζί στους δρόμους ,μέχρι που βρήκαν επιτέλους τα παιδιά. Αμέσως οι 3 φίλοι αγκαλιάστηκαν και ευχαρίστησαν τον Γάλλο. Ήθελαν ,όμως, να τον κεράσουν για την ευγενική του πράξη και έτσι κάθισαν σε ένα υπέροχο μέρος και έφαγαν πολλά γαλλικά κρουασάν με σοκολάτα!

    Επεισόδιο 2ο
    Οι τρεις φίλοι βρίσκονταν πια στο Παρίσι και επισκέφτηκαν τον Πύργο του Άιφελ. Ήταν πολλοί χαρούμενοι .Είχαν ευχαριστηθεί την περιήγησή τους στον πύργο και όταν πια έφτασαν στην κορυφή του αντίκρισαν ένα περίεργο δεντράκι που κουνιόταν .Έμοιαζε μαγικό ,οπότε αποφάσισαν να του μιλήσουν και του είπαν :«Γεια σου, μήπως μπορείς να μας μιλήσεις;».
    Εκείνο απάντησε όλο χαρά: «Ναι ,μπορώ! Αν θέλετε μπορώ να σας πάω όπου επιθυμείτε!».
    Τα παιδιά ενθουσιασμένα και χωρίς δεύτερη σκέψη του απάντησαν: «Δηλαδή μπορείς να μας γυρίσεις στην πόλη μας την Αθήνα;». Το δεντράκι τους καθησύχασε :«Αφού το θέλετε ,θα σας πάω. Απλά πατήστε κάτι κουμπάκια που έχω επάνω μου».
    Οι τρεις φίλοι σε λίγο βρέθηκαν να πετούν πάνω απ’ τους φωτισμένους δρόμους του Παρισιού! Ήταν πανέμορφα. Αργά το βράδυ προσγειώθηκαν στα σπίτια τους .Οι γονείς τους γεμάτοι ανυπομονησία τους υποδέχτηκαν με αγάπη ,αλλά και αγωνία να ακούσουν τις περιπέτειές τους.

    Πάνος Μπαρμπέρης Δ΄Τάξη

  • «Η Πάολα ,το ασπρόμαυρο πουλάκι»

    «Η Πάολα ,το ασπρόμαυρο πουλάκι»

    Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα μικρό ασπρόμαυρο πουλάκι .Ζούσε σ’ ένα μικρό κλουβί στο ισόγειο ενός σπιτιού. Το όνομά του ήταν Πάολα. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού δεν ενδιαφερόταν καθόλου γι΄ αυτό. Μονάχα η μικρή του κόρη  η  Χρύσα ενδιαφερόταν για το πουλάκι .Κάθε μέρα το φρόντιζε και  του μιλούσε.

       Μια μέρα η Πάολα είδε τη Χρύσα να επιστρέφει σπίτι με πολλά αυτοκόλλητα και λουλούδια. Από τότε ονειρευόταν να βγει έξω στον κόσμο και να αποκτήσει και εκείνη τόσο όμορφα πράγματα. Βρήκε, λοιπόν, τη δύναμη να μιλήσει στη Χρύσα  και εκείνη με τη μαγική δύναμη της αγάπης να την ακούσει :«Σε παρακαλώ ,καλή μου Χρύσα ελευθέρωσέ με!». Η χρύσα με θλίψη της απάντησε :«Λυπάμαι ,μικρή μου Πάολα, αλλά δεν μπορώ. Ο μπαμπάς μου θα θυμώσει!».

        Δεν πέρασε πολύς καιρός και ένα βράδυ που έκανε πολύ ζέστη και ο μπαμπάς της κοιμόταν βαριά ,η Χρύσα τα κατάφερε .Απελευθέρωσε την Πάολα. Μάλιστα της είχε φτιάξει και μια πανέμορφη φωλίτσα σε ένα ψηλό δέντρο που ήταν έξω από το παράθυρό της. Μέσα είχε ένα μικρό κρεβατάκι και πολλά πουλάκια έμεναν κοντά.

        Την επόμενη μέρα ,καθώς ο ήλιος ξημέρωνε ,η Πάολα ενώ κοιμόταν πάνω στο καινούριο κρεβατάκι της, δεν ήταν πια ασπρόμαυρη. Απέκτησε υπέροχα χρώματα από τον πανέμορφο ήλιο, αλλά και την απέραντη χαρά που ένιωθε. Η Χρύσα της είχε αφήσει στη νέα της φωλιά πολλά αυτοκόλλητα και λουλούδια που την έκαναν να νιώθει ακόμα πιο όμορφα.

        Όλα τα πουλάκια την υποδέχτηκαν και πήγαν να παίξουν καθώς ο ήλιος ανέβαινε ψηλά στον ουρανό!

                                                                                                                  

      Σοφία Αμελί ΣΚαρπαθιώτη

  • «Η περιπέτεια της Λίτσας της πασχαλίτσας»

    «Η περιπέτεια της Λίτσας της πασχαλίτσας»

     Ήταν κάποτε μια μικρή Πασχαλίτσα που την έλεγαν Λίτσα. Λάτρευε να ανεβαίνει στα λουλούδια και να γνωρίζει νέους φίλους. Μια μέρα όσο πετούσε στον αέρα κουτούλησε μια αλεπού. Εκείνη πολύ νευριασμένη της είπε: «Μμμ...κυρία πασχαλίτσα, προσέξτε επιτέλους πού πάτε!!!» Η πασχαλίτσα της απάντησε :«Κυρία αλεπού, συγνώμη δεν το ήθελα».
     Την επόμενη μέρα ξανασυναντήθηκαν ,αλλά αυτή τη φορά η αλεπού κουτούλησε τη πασχαλίτσα όπως έτρεχε και η πασχαλίτσα ήρεμα της είπε :«Προσέξτε πού πάτε ,κυρία αλεπού». Εκείνη αποκρίθηκε :«Σαν να μου φαίνεται πως σας συνάντησα και χθες». Η μικρή Λίτσα τότε βρήκε την ευκαιρία να της πει όσα ένιωθε :«Ναι, κυρία αλεπού και βέβαια βρεθήκαμε χθες ,τότε που μου μιλήσατε απότομα και γεμάτη θυμό. Είδατε, λοιπόν, που και εσείς μπορεί καταλάθος να πληγώσετε οποιοδήποτε πλάσμα. Να είστε ,λοιπόν, ευγενική ακόμα και στους ξένους, γιατί ό,τι κάνετε μπορεί να σας έρθει πίσω, ακόμα και η δυσάρεστη συμπεριφορά!».

    Σοφία Αμελί Σκαρπαθιώτη
    Δ΄Τάξη

  • «Η ΧΙΟΝΟΥΛΑ»

    «Η ΧΙΟΝΟΥΛΑ»

    Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια πολύ όμορφη πολική αλεπού που την έλεγαν Χιονούλα.

    Η Χιονούλα λάτρευε να κάνει μπάνιο στο απαλό χιόνι και να γνωρίζει καινούριες φίλες ,αλλά το όνειρό της ήταν να γνωρίσει μια πολική αρκούδα.

    Μια μέρα είδε μια όμορφη, ξύλινη καλύβα και αποφάσισε να δει μέσα από το παράθυρο.

    Κοίταξε προσεκτικά ώστε να μην την καταλάβουν και έμεινε θαμπωμένη. Το σπιτάκι μέσα ήταν πανέμορφα στολισμένο και στο τζάκι καθόταν  για να ζεσταθεί ένας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος.

    Αποφάσισε να χτυπήσει την πόρτα και αν το επιθυμεί και αυτός ,να κάνουνε παρέα. Ο άνθρωπος όταν την αντίκρισε είπε:

    «Ωωω…τι γλυκούλα που είσαι!» και έπειτα τη χάιδεψε.

    Η καλοσύνη του όμως ήταν μεγάλη και η δοτικότητά του ακόμα μεγαλύτερη. Της έδωσε ,λοιπόν, ψητό κοτόπουλο με καρότα για να φάει και τη σκέπασε με κουβέρτα κοντά στο τζάκι για να ζεσταθεί. Της πρότεινε και να μείνει μαζί του για να ζήσουν πολλές ωραίες περιπέτειες. Φυσικά θα είναι ελεύθερη να κάνει ό,τι επιθυμεί ,θα ανήκει μόνο στον εαυτό της και μαζί απλά θα συμβιώνουν για όσο θέλουν, πάντα με αγάπη και αλληλοσεβασμό.

    Η αλεπουδίτσα  χάρηκε πολύ και αμέσως δέχτηκε την πρότασή του. Ένιωθε ασφάλεια και ζεστασιά κοντά του.

    Αμέσως ξεκίνησε τις βόλτες εξερεύνησης και ένα χιονισμένο απογευματάκι που ανέμελη τριγυρνούσε στην κοντινή λίμνη ,συνέβη κάτι…

    Μια πολική αρκούδα φώναζε βοήθεια καθώς είχε πέσει μέσα στην παγωμένη λίμνη! Η Χιονούλα έφερε ξύλα και κατάφερε να τη σώσει και να την τραβήξει έξω απ΄ το νερό.

    «Καλή μου ,αρκουδίτσα πάντα ήθελα να σε γνωρίσω. Αν θέλεις  παρέα ,έλα μαζί μου να ζήσεις σε ένα ζεστό και φιλικό σπιτάκι εδώ κοντά !» της είπε με τη γλυκιά φωνή της η Χιονούλα.

    Η πολική αρκουδίτσα δε δίστασε ούτε λεπτό, δέχτηκε αμέσως. Είχε βλέπετε κουραστεί να είναι μόνη της.

    Από τότε έζησαν όλοι μαζί καλά στο ζεστό σπιτάκι και αυτοί καλύτερα!!! (Χι χι χι)

     

    Σοφία -Αμελί Σκαρπαθιώτη

    Δ΄Τάξη

  • « Ο Θάνος ο βατραχάκος »

    « Ο Θάνος ο βατραχάκος »

    Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένα μικρό βατραχάκι που το όνομά του ήταν Θάνος.

    Μια μέρα που έπαιζε κοντά σε μια λιμνούλα βρήκε μια άλλη βατραχίνα ,τη Μπλου Φουντούκι.

    Συνέχισαν τη βόλτα τους παρέα  και σύντομα ανακάλυψαν μια άλλη λιμνούλα εκεί κοντά. Ξάφνου μέσα απ΄ τις καλαμιές πετάχτηκε ένα κουνάβι που το έλεγαν Γιώργο και πάνω σε ένα δεντράκι άρχισε να τραγουδάει ένα όμορφο πουλάκι ,η Σκάη.

    Κάθισαν και μίλησαν όλοι μαζί για ώρες. Έπειτα έπαιξαν όλοι μαζί ποδόσφαιρο με τα νούφαρα και περνούσαν τόσο ωραία που δεν ήθελαν να γυρίσουν πίσω στα σπιτάκια τους.

    Αποφάσισαν ,λοιπόν,να κατασκηνώσουν στη λιμνούλα  και να κοιμηθούν εκεί το βράδυ.

    Πέρασαν υπέροχα !

    Θανάσης Μπελαχιμπιπ

    Α΄Τάξη

  • “Προσγείωση στη Μαγοχώρα με τον Λάκη τον Αχλαδάκη και την Κάρλα την καρπουζίτσα”

    “Προσγείωση στη Μαγοχώρα με τον Λάκη τον Αχλαδάκη και την Κάρλα την καρπουζίτσα”

    Υπάρχει ένα μέρος που μόνο αν βλέπεις με τα μάτια της καρδιάς θα καταφέρεις να τ΄ αντικρίσεις. Το όνομά του είναι Μαγοχώρα. Όλα τα πλάσματα εκεί είναι ευτυχισμένα. Υπάρχει μόνο αγάπη ,φιλία και μια λέξη μαγική, η αλληλοβοήθεια. Όλοι οι κάτοικοι έχουν ένα σπιτάκι στην εξοχή για να φυτεύουν. Δίπλα κυλάει ένα ποταμάκι με δροσερό νερό .Δουλεύουν τα χωραφάκια τους συνεργατικά και με σεβασμό προς τη φύση. Παράγουν όλα τα προϊόντα που χρειάζονται και  κάνουν ανταλλαγές μεταξύ τους. Δεν υπάρχουν χρήματα και όλοι βοηθούν απλόχερα όποιο πλασματάκι  έχει την ανάγκη τους.

      Σε αυτή την πολιτεία της αγάπης  ονειρεύονταν να ζήσουν  η Κάρλα η καρπουζίτσα και ο Λάκης ο Αχλαδάκης ,αλλά  δεν ήξεραν πώς να τα καταφέρουν. Άραγε θα εκπληρώσουν το όνειρό τους;

      Η Κάρλα ζούσε σε ένα εργοστάσιο απομονωμένο που είχε ένα μικρό κήπο  με πολλά καρπουζάκια. Ήταν ,όμως, η πιο μικρούλα και όλα τα υπόλοιπα καρπουζάκια την κορόιδευαν.

    Ήθελε να φύγει μακριά.Ήθελε τόσο πολύ να ταξιδέψει στη Μαγοχώρα που είναι όλοι ευγενικοί με όλους!

       Ο Λάκης ο Αχλαδάκης ζούσε σε ένα δεντράκι ενός σπιτιού ,μα όλη τη μέρα  δεν έκανε τίποτα,στεκόταν ακούνητος πάνω στο κλαδάκι του. Συχνά διψούσε ,καθώς κανείς απ΄ τους ανθρώπους δεν πότιζε το δεντράκι.

        Στην όψη του ο Λάκης  ήταν ψηλός και δυνατός .Έβλεπε κάθε μέρα τα άλλα αχλάδια να παίζουν ποδόσφαιρο με τα φύλλα που τους έφερνε ο άνεμος. Ήθελε τόσο πολύ να παίξει μαζί τους. Εκείνα ,όμως, δεν τον άφηναν να δοκιμάσει και του φώναζαν :«Είσαι ψηλός και δε θα είσαι καλός στο ποδόσφαιρο».

    Ο Λάκης στενοχωριόταν μα δεν έχανε τη δύναμή του και ονειρευόταν να βρει μια πολιτεία όπου κανείς δεν είναι “καλός” ή “κακός” ,μα είναι όλοι ίσοι ,διαφορετικοί και ελεύθεροι να παίξουν ό,τι επιθυμούν  με σεβασμό και αγάπη.

       Ένα φθινοπωρινό απόγευμα ένα φύλλο εφημερίδας γαργάλησε την απαλή  φλούδα  του Λάκη .Προτού το πάρει πάλι μακριά ο άνεμος,ο Λάκης πρόφτασε να διαβάσει ένα άρθρο για τη Μαγοχώρα .

    «Εκεί θέλω να ζήσω!»είπε γεμάτος ενθουσιασμό ο Λάκης.

       Κατέστρωσε ,λοιπόν ,ένα περίφημο σχέδιο. Ζήτησε από έναν καλοσυνάτο κότσυφα να κόψει απαλά το κοτσάνι του και να τον ανεβάσει στη ράχη του. Έτσι έγινε και πέταξαν μακριά  κάνοντας βουτιές στα σύννεφα και τραγουδώντας παρέα με τα αηδονάκια .Όταν φτάσανε στη Μαγοχώρα έμειναν έκπληκτοι!

    Είχαν γλέντια και χορούς στη Μαγοχώρα !Αμέσως οι κάτοικοι τους καλοσώρισαν και τους προσκάλεσαν στη γιορτή !Ο Λάκης ρίχτηκε στο ποδόσφαιρο ,ενώ το κοτσυφάκι και τα αηδονάκια στους χορούς και τα τραγούδια!

     Αχ… να κατάφερνε και η μικρή Κάρλα να βρει τη Μαγοχώρα.

     Εντωμεταξύ, στο εργοστάσιο που ζούσε η Κάρλα συνέβηκε κάτι περίεργο.

         Νωρίς το πρωί ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου είπε :«Ακούστε εδώ καρπουζάκια μου .Θα σας βάλω στο φορτηγό μου και θα σας πάω στην πόλη να σας πουλήσω στο παζάρι».

    Η Κάρλα, έτσι λεπτούλα και μικρόσωμη που ήταν βρέθηκε στον πάτο του φορτηγού φοβισμένη .

    Για καλή της τύχη, όμως, το φορτηγό είχε μια τρύπα στην καρότσα του και μόνο εκείνη χωρούσε να περάσει. Κύλησε αθόρυβα και βρέθηκε με μια βουτιά στο δροσερό γρασίδι. Βρήκε έναν πανέμορφο και καλοσυνάτο λύκο  ,που πήγαινε χαρούμενος στο γλέντι της Μαγοχώρας. Ζήτησε τη βοήθειά του. Εκείνος άνοιξε το στόμα του και έβαλε μέσα την Κάρλα .Την κουβάλησε με προσοχή, χωρίς ούτε μία γρατζουνιά.

             Το βράδυ φτάσανε σε μια πανέμορφη πολιτεία. Φωτάκια πολύχρωμα και μουσικές τη στόλιζαν και  οι καρδιές πλημμύριζαν από αγάπη. Ήταν η Μαγοχώρα !Η Κάρλα ενθουσιασμένη ευχαρίστησε τον φίλο της τον λύκο και έτρεξε  αμέσως στον χορό.

    Μαντέψτε τρέχοντας σε ποιον έπεσε επάνω;

    Στον Λάκη ,τον Αχλαδάκη που είχε βαρεθεί το ποδόσφαιρο και αποφάσισε να δοκιμάσει τον  χορό.

    Οι δυο τους διασκέδασαν ως το πρωί και έκτοτε έγιναν αχώριστοι φίλοι!

          Όσο για τη Μαγοχώρα, κάθε χρόνο άνοιγε την αγκαλιά της για όλο και περισσότερα πλάσματα της φύσης. Λένε πως πια είναι τόσο μεγάλη που αν κοιτάξεις σωστά τον ορίζοντα ,μπορεί να την αντικρίσεις!

    Παύλος Σαπούνης Γ΄Τάξη-    Σοφία  Αμελί Σκαρπαθιώτη Δ΄Τάξη