“Προσγείωση στη Μαγοχώρα με τον Λάκη τον Αχλαδάκη και την Κάρλα την καρπουζίτσα”

Υπάρχει ένα μέρος που μόνο αν βλέπεις με τα μάτια της καρδιάς θα καταφέρεις να τ΄ αντικρίσεις. Το όνομά του είναι Μαγοχώρα. Όλα τα πλάσματα εκεί είναι ευτυχισμένα. Υπάρχει μόνο αγάπη ,φιλία και μια λέξη μαγική, η αλληλοβοήθεια. Όλοι οι κάτοικοι έχουν ένα σπιτάκι στην εξοχή για να φυτεύουν. Δίπλα κυλάει ένα ποταμάκι με δροσερό νερό .Δουλεύουν τα χωραφάκια τους συνεργατικά και με σεβασμό προς τη φύση. Παράγουν όλα τα προϊόντα που χρειάζονται και  κάνουν ανταλλαγές μεταξύ τους. Δεν υπάρχουν χρήματα και όλοι βοηθούν απλόχερα όποιο πλασματάκι  έχει την ανάγκη τους.

  Σε αυτή την πολιτεία της αγάπης  ονειρεύονταν να ζήσουν  η Κάρλα η καρπουζίτσα και ο Λάκης ο Αχλαδάκης ,αλλά  δεν ήξεραν πώς να τα καταφέρουν. Άραγε θα εκπληρώσουν το όνειρό τους;

  Η Κάρλα ζούσε σε ένα εργοστάσιο απομονωμένο που είχε ένα μικρό κήπο  με πολλά καρπουζάκια. Ήταν ,όμως, η πιο μικρούλα και όλα τα υπόλοιπα καρπουζάκια την κορόιδευαν.

Ήθελε να φύγει μακριά.Ήθελε τόσο πολύ να ταξιδέψει στη Μαγοχώρα που είναι όλοι ευγενικοί με όλους!

   Ο Λάκης ο Αχλαδάκης ζούσε σε ένα δεντράκι ενός σπιτιού ,μα όλη τη μέρα  δεν έκανε τίποτα,στεκόταν ακούνητος πάνω στο κλαδάκι του. Συχνά διψούσε ,καθώς κανείς απ΄ τους ανθρώπους δεν πότιζε το δεντράκι.

    Στην όψη του ο Λάκης  ήταν ψηλός και δυνατός .Έβλεπε κάθε μέρα τα άλλα αχλάδια να παίζουν ποδόσφαιρο με τα φύλλα που τους έφερνε ο άνεμος. Ήθελε τόσο πολύ να παίξει μαζί τους. Εκείνα ,όμως, δεν τον άφηναν να δοκιμάσει και του φώναζαν :«Είσαι ψηλός και δε θα είσαι καλός στο ποδόσφαιρο».

Ο Λάκης στενοχωριόταν μα δεν έχανε τη δύναμή του και ονειρευόταν να βρει μια πολιτεία όπου κανείς δεν είναι “καλός” ή “κακός” ,μα είναι όλοι ίσοι ,διαφορετικοί και ελεύθεροι να παίξουν ό,τι επιθυμούν  με σεβασμό και αγάπη.

   Ένα φθινοπωρινό απόγευμα ένα φύλλο εφημερίδας γαργάλησε την απαλή  φλούδα  του Λάκη .Προτού το πάρει πάλι μακριά ο άνεμος,ο Λάκης πρόφτασε να διαβάσει ένα άρθρο για τη Μαγοχώρα .

«Εκεί θέλω να ζήσω!»είπε γεμάτος ενθουσιασμό ο Λάκης.

   Κατέστρωσε ,λοιπόν ,ένα περίφημο σχέδιο. Ζήτησε από έναν καλοσυνάτο κότσυφα να κόψει απαλά το κοτσάνι του και να τον ανεβάσει στη ράχη του. Έτσι έγινε και πέταξαν μακριά  κάνοντας βουτιές στα σύννεφα και τραγουδώντας παρέα με τα αηδονάκια .Όταν φτάσανε στη Μαγοχώρα έμειναν έκπληκτοι!

Είχαν γλέντια και χορούς στη Μαγοχώρα !Αμέσως οι κάτοικοι τους καλοσώρισαν και τους προσκάλεσαν στη γιορτή !Ο Λάκης ρίχτηκε στο ποδόσφαιρο ,ενώ το κοτσυφάκι και τα αηδονάκια στους χορούς και τα τραγούδια!

 Αχ… να κατάφερνε και η μικρή Κάρλα να βρει τη Μαγοχώρα.

 Εντωμεταξύ, στο εργοστάσιο που ζούσε η Κάρλα συνέβηκε κάτι περίεργο.

     Νωρίς το πρωί ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου είπε :«Ακούστε εδώ καρπουζάκια μου .Θα σας βάλω στο φορτηγό μου και θα σας πάω στην πόλη να σας πουλήσω στο παζάρι».

Η Κάρλα, έτσι λεπτούλα και μικρόσωμη που ήταν βρέθηκε στον πάτο του φορτηγού φοβισμένη .

Για καλή της τύχη, όμως, το φορτηγό είχε μια τρύπα στην καρότσα του και μόνο εκείνη χωρούσε να περάσει. Κύλησε αθόρυβα και βρέθηκε με μια βουτιά στο δροσερό γρασίδι. Βρήκε έναν πανέμορφο και καλοσυνάτο λύκο  ,που πήγαινε χαρούμενος στο γλέντι της Μαγοχώρας. Ζήτησε τη βοήθειά του. Εκείνος άνοιξε το στόμα του και έβαλε μέσα την Κάρλα .Την κουβάλησε με προσοχή, χωρίς ούτε μία γρατζουνιά.

         Το βράδυ φτάσανε σε μια πανέμορφη πολιτεία. Φωτάκια πολύχρωμα και μουσικές τη στόλιζαν και  οι καρδιές πλημμύριζαν από αγάπη. Ήταν η Μαγοχώρα !Η Κάρλα ενθουσιασμένη ευχαρίστησε τον φίλο της τον λύκο και έτρεξε  αμέσως στον χορό.

Μαντέψτε τρέχοντας σε ποιον έπεσε επάνω;

Στον Λάκη ,τον Αχλαδάκη που είχε βαρεθεί το ποδόσφαιρο και αποφάσισε να δοκιμάσει τον  χορό.

Οι δυο τους διασκέδασαν ως το πρωί και έκτοτε έγιναν αχώριστοι φίλοι!

      Όσο για τη Μαγοχώρα, κάθε χρόνο άνοιγε την αγκαλιά της για όλο και περισσότερα πλάσματα της φύσης. Λένε πως πια είναι τόσο μεγάλη που αν κοιτάξεις σωστά τον ορίζοντα ,μπορεί να την αντικρίσεις!

Παύλος Σαπούνης Γ΄Τάξη-    Σοφία  Αμελί Σκαρπαθιώτη Δ΄Τάξη