Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα μικρό ασπρόμαυρο πουλάκι .Ζούσε σ’ ένα μικρό κλουβί στο ισόγειο ενός σπιτιού. Το όνομά του ήταν Πάολα. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού δεν ενδιαφερόταν καθόλου γι΄ αυτό. Μονάχα η μικρή του κόρη η Χρύσα ενδιαφερόταν για το πουλάκι .Κάθε μέρα το φρόντιζε και του μιλούσε.
Μια μέρα η Πάολα είδε τη Χρύσα να επιστρέφει σπίτι με πολλά αυτοκόλλητα και λουλούδια. Από τότε ονειρευόταν να βγει έξω στον κόσμο και να αποκτήσει και εκείνη τόσο όμορφα πράγματα. Βρήκε, λοιπόν, τη δύναμη να μιλήσει στη Χρύσα και εκείνη με τη μαγική δύναμη της αγάπης να την ακούσει :«Σε παρακαλώ ,καλή μου Χρύσα ελευθέρωσέ με!». Η χρύσα με θλίψη της απάντησε :«Λυπάμαι ,μικρή μου Πάολα, αλλά δεν μπορώ. Ο μπαμπάς μου θα θυμώσει!».
Δεν πέρασε πολύς καιρός και ένα βράδυ που έκανε πολύ ζέστη και ο μπαμπάς της κοιμόταν βαριά ,η Χρύσα τα κατάφερε .Απελευθέρωσε την Πάολα. Μάλιστα της είχε φτιάξει και μια πανέμορφη φωλίτσα σε ένα ψηλό δέντρο που ήταν έξω από το παράθυρό της. Μέσα είχε ένα μικρό κρεβατάκι και πολλά πουλάκια έμεναν κοντά.
Την επόμενη μέρα ,καθώς ο ήλιος ξημέρωνε ,η Πάολα ενώ κοιμόταν πάνω στο καινούριο κρεβατάκι της, δεν ήταν πια ασπρόμαυρη. Απέκτησε υπέροχα χρώματα από τον πανέμορφο ήλιο, αλλά και την απέραντη χαρά που ένιωθε. Η Χρύσα της είχε αφήσει στη νέα της φωλιά πολλά αυτοκόλλητα και λουλούδια που την έκαναν να νιώθει ακόμα πιο όμορφα.
Όλα τα πουλάκια την υποδέχτηκαν και πήγαν να παίξουν καθώς ο ήλιος ανέβαινε ψηλά στον ουρανό!
Σοφία Αμελί ΣΚαρπαθιώτη

