Μια μέρα ο Μπλου και η Μαργαρίτα πεινούσαν .Είχαν όρεξη για πιτόγυρους με κέτσαπ, γι΄αυτό τσέκαραν το πορτοφόλι τους .
Αυτό ήταν …
Σκέτη απογοήτευση,δεν είχαν λεφτά !!!
Τότε ο Μπλου είπε:«Εεε…το βρήκα ,πάμε να πάρουμε κρυφά από μία τράπεζα».
Η Μαργαρίτα έκπληκτη είπε :« Περίμενε,περίιιμενεε… τι;;;;;;;!!!».
Έβαλαν τις νίντζα στολές τους που είχαν πάρει απ΄το 4ο επεισόδιο και πήγαν το βράδυ πίσω από την τράπεζα. Ανέβηκαν στα βεντ(vent) ,δηλαδή στους αεραγωγούς και άρχισαν να ρολάρουν μέσα εκεί.
Η Μαργαρίτα ακόμη σαστισμένη έλεγε συνέχεια: «Γιατί το κάνουμε αυτό …Μπλου;;;».
Ο Μπλου συγκεντρωμένος στον στόχο του (τον πιτόγυρο) απαντούσε :«Σουτ…μη μιλάς !Θα μας μαρτυρήσεις!».
Για λίγα λεπτά σώπασαν όλα, μέχρι που ο Μπλου δεν είδε μια τρύπα στον αεραγωγό και έπεσε!
Η Μαργαρίτα τον κρατούσε από μια τρίχα του και εκείνος κρέμονταν και αιωρούνταν πάνω απ΄το κεφάλι ενός αστυνομικού (φύλακα της τράπεζας)που ήταν και αυτός τρελομπαλάκι!
Μα μέσα σε λίγα λεπτά τα χέρια της Μαργαρίτας άρχιζαν να λυγίζουν απ΄το βάρος .Δεν άντεξε να τον κρατάει άλλο και τότε με ένα« μπλουμ» βρέθηκαν και οι δυο στο κεφάλι του αστυνομικού.
Εκείνος ξαφνιασμένος και κρατώντας το καρούμπαλό του είπε: «Εεεε…τι κάνετε εσείς εδώ;»
Ο Μπλου με μια άνεση που έκρυβε τον φόβο του απάντησε :«Να μωρέ…θέλαμε ένα ντόνατ και είπαμε πρώτα να έρθουμε από εδώ μια βόλτα μήπως έχετε».
Η Μαργαρίτα κοκκίνιζε με όσα έλεγε ο Μπλου και τον σκουντούσε να σταματήσει .Μπήκε μπροστά στον αστυνομικό και του εξήγησε σωστά όλη την ιστορία και τον λόγο που βρέθηκαν εκεί. Στο τέλος μάλιστα τον ρώτησε :«Τώρα που τα ξέρετε όλα…εσάς πώς σας λένε και τι σκοπεύετε να κάνετε με εμάς;».
Αυτός απάντησε:«Με λένε Μπρόντη και είμαι ένα σκούρο μπλε τρελομπαλάκι που λατρεύω τα ντόνατ και τους πιτόγυρους».
Ο Μπλου τον κοίταξε καλά καλά και είπε :«Αααα….ουφ….ωραία! Άρα μας καταλαβαίνεις;».
Ο Μπρόντη κάθισε και του εξήγησε: «Η αλήθεια είναι πως πάντα λάτρευα το φαγητό και συχνά δεν είχα λεφτά, οπότε στην αρχή σκέφτηκα να κάνω το ίδιο με εσάς. Δεν το έκανα, όμως, γιατί σίγουρα θα ήταν πιο νόστιμο το φαγητό αν το αγόραζα με δικά μου λεφτά. Αποφάσισα ,λοιπόν, να δουλέψω και αφού τώρα έχω αρκετά λεφτά σκέφτομαι να κεράσω και εσάς ό,τι τραβάει η όρεξή σας!».
Έφαγαν όλοι μαζί και το απόλαυσαν!
Γιώργος Μάνδυλας
Σοφία Αμελί Σκαρπαθιώτη