Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Ατάκας και ο Φιλαράκος. Καθόντουσαν σε ένα όμορφο διαστημοπάρκο και έλεγαν πόσο πολύ τους άρεσαν οι διακοπές του Πάσχα.
«Εεε, Φιλαράκο, το Πάσχα είναι η καλύτερη γιορτή της άνοιξης, ε;»
«Συμφωνώ απολύτως, απολύτως και ελπίζω να πάμε μαζί στην Ανάσταση φέτος…»
Τι ήταν όμως το πιο εντυπωσιακό πασχαλιάτικο έθιμο στη Διαστημοχώρα; Θα θέλατε να μάθετε;
Συνέβαινε, λοιπόν, το εξής συναρπαστικό γεγονός: μαζεύονταν όλα τα πλανητάκια και έφτιαχναν, με συνεργασία και αγάπη, ένα τεράστιο τσουρέκι που ξεκινούσε από την ατμόσφαιρα της Γης και έφτανε μέχρι τον Πλούτωνα. Έπειτα, φυσικά, το έτρωγαν όλοι μαζί την Κυριακή του Πάσχα.
Ενώ, λοιπόν, όλοι περίμεναν με αγωνία αυτή τη στιγμή και τις άλλες πασχαλινές λιχουδιές, να που έγινε κάτι ακόμα πιο αστείο και απρόοπτο το βράδυ της Ανάστασης με τους δυο φίλους μας.
Ο Ατάκας και ο Φιλαράκος πήγαν χαρούμενοι και καλοντυμένοι στην εκκλησία, που ήταν γεμάτη λαμπάδες. Ο Φιλαράκος, όπως πάντα, ήθελε να είναι πρώτος σε όλα. Δεν θα μπορούσε, επομένως, να μην ανάψει πρώτος τη λαμπάδα του — και τα κατάφερε: την άναψε!
Να σου, όμως, που από τη χαρά και τον ενθουσιασμό του, χωρίς να προσέξει, άρχισε να τρέχει και έριξε όλα τα καντήλια με το λάδι πάνω στον Ατάκα.
Ο Ατάκας γέλασε και του είπε:
«Δεν πειράζει, τώρα θα γλιστράω καλύτερα! Να, πάρε κι εσύ λίγο λαδάκι!»
«Όχι, όχι, όχι, μη! Δε λερώνω εγώ τα καινούρια μου ρούχα!» απάντησε ο Φιλαράκος.
Φυσικά και δεν ήταν καινούρια, αλλά το είπε για να μη λερωθεί ο πονηρούλης. Ο Ατάκας το κατάλαβε και, με μιας, του έριξε κι εκείνου λαδάκι!
Από τότε, στην Ανάσταση, πηγαίνουν και οι δύο με το πιο πασχαλινό… αδιάβροχο!
Βασίλης Μπ. Δ’ Τάξη
Αφιερωμένο στον αδερφό μου!

