Μια φορά κι έναν καιρό ο Μπούμπη, το αρκουδάκι μας, βγήκε από μια σκοτεινή τρύπα κι ακολούθησε ένα δρομάκι από σοκολάτα και marshmallow. Αν κουραζόταν, έτρωγε λίγο σοκολατίτσα.
Όταν τελείωσε το μονοπάτι, έφτασε σε ένα σπιτάκι φτιαγμένο κι αυτό από marshmallow. Άνοιξε την πόρτα και μαντέψτε τι βρήκε! Ένα κούνελο που το έλεγαν Μπαξ. Είχε ροζ τρίχωμα και μαύρη μουσούδα. Ο οποίος τον ρώτησε:
«Θέλεις να γίνουμε φίλοι;»
«Ναι», είπε ο Μπούμπη όλο χαρά.
Μόλις πήγαν να βγουν, να σου μπροστά τους πάλι το γιγάντιο φτερωτό πουλί. Αυτή τη φορά πάνω του ήταν τα φιλαράκια του Μπούμπη, ο Σνούπι και η Λίλα. Μόλις το μεγάλο φτερωτό πουλί τα ακούμπησε κάτω, ο Μπούμπη γνώρισε στα φιλαράκια του τον Μπαξ και εκείνος, ενθουσιασμένος, τα ρώτησε:
«Παιδιά, θέλετε να σας δείξω τη ζαχαρωτή παιδική χαρά;»
«Ναι!», είπαν οι υπόλοιποι και τον ακολούθησαν σε ένα δρομάκι με σοκολατένιους βράχους.
Δεν τα άφηνε όμως να δοκιμάσουν, επειδή κινδύνευαν να τους χαλάσουν τα δόντια. Επιτέλους φάνηκε η παιδική χαρά! Είχε μια τσουλήθρα πάλι από marshmallow και στο τέλος της είχε σοκολάτα Bueno! Ο Μπούμπη δεν άντεξε και δοκίμασε να κάνει πρώτος, μα όταν βγήκε έγινε σοκολατένιος! Πάλι καλά που είχε κρατήσει ένα μπουκάλι νερό και έκανε μπάνιο για να φύγει η σοκολάτα.
Στη συνέχεια ο Μπαξ τους ρώτησε:
«Θέλετε να δούμε την πισίνα;»
Φυσικά όλοι συμφώνησαν και προχώρησαν σε ένα δρομάκι και ύστερα κολύμπησαν μέσα από πολύχρωμες τρούφες και έφτασαν σε μια πισίνα γεμάτη Bueno. Πάνω στα δέντρα που άπλωναν τον ίσκιο τους είχε χυμούς μπανάνα.
Έπαιζαν και γελούσαν, ώσπου ξαφνικά ήρθε πάλι το φτερωτό πουλί και τους πήρε όλους στη ράχη του για να τους πάει σε μια πολιτεία-έκπληξη! Πέταξαν μακριά και έφτασαν σε μια χώρα που ήταν γεμάτη LEGO! Σύντομα τους βρήκε ένα δωμάτιο για να μείνουν, όμως όλα τα ζωάκια του είπαν:
«Όχι, φίλε μας, δε θέλουμε να μείνουμε εδώ».
Και ο Μπούμπη του εξήγησε:
«Θέλουμε να πάμε πίσω στη Δασούπολη! Εδώ είναι όλα σκληρά και κυρίως… δεν τρώγονται».
Το γιγάντιο πουλάκι τους πήρε πρόθυμα στη ράχη του και τους πήγε στη Δασούπολη που αγαπούσαν τόσο. Αμέσως εκείνα πήγαν στο μέρος των πάρτι και από τη χαρά τους πετούσαν κομφετί από φύλλα δέντρων. Εκεί όλα τα πρόσφερε απλόχερα η φύση!
Ο Μπαξ, βλέποντας πόσο όμορφα ήταν, είπε:
«Φιλαράκια, μετά από τόσα γλυκά ας φάμε τώρα υγιεινά φρούτα από τα δεντράκια του δάσους για να δυναμώσουμε!»
Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Έλενα Γιοβάνη
Β΄Τάξη


