Μια όμορφη μέρα,ήταν ένα όμορφο κουνέλι που το έλεγαν Σοφία.Ένα πρωινό που πήγαινε βόλτα ,έπεσε σε ένα ξύλινο κουτί με ζεστό νερό και μπουρμπουλήθρες. Σύντομα , όμως, ένιωσε δυο χέρια να την πιάνουν .
«Αχχ! Τι κάνεις στο τζακούζι μου;» είπε ο άντρας που την κρατούσε.
«Είμαι η Σοφία,όπως περπατούσα χάθηκα απ΄το δρόμο μου και στ΄αλήθεια θα ήθελα βοήθεια από…εσένα…»είπε το κουνελάκι με τρεμάμενη φωνή.
«Εεε…χάρη θα σου κάνω να μη θυμώσω και να σε βοηθήσω.Το όνομά μου είναι Στάθης, αλλά όντως τώρα θέλω να χαλαρώσω στο τζακούζι μου, οπότε περίμενε ήσυχα πιο πέρα» είπε ο Στάθης.
Το κουνελάκι, όμως,που πια δε φοβόταν είχε άλλη γνώμη .
«Θα κάτσω φρόνιμα, μόνο αν με αφήσεις να χαλαρώσω και εγώ στο ζεστό νεράκι» αποκρίθηκε και πριν προλάβει ο Στάθης να μιλήσει ,εκείνο έκατσε στην άκρη στο τζακούζι με τα ποδαράκια του μέσα στο νερό.
Άρχισαν να μιλάνε και πέρασαν πολύ όμορφα παρέα!
Την επόμενη μέρα ήταν ακόμα μαζί.Έφαγαν ένα καλό πρωινό και ξεκίνησαν ένα ταξίδι προς τα νότια για να βρουν το σπιτάκι της μικρής Σοφίας.
Κάποια στιγμή το κουνελάκι είπε :«Τον θυμάμαι αυτόν τον λόφο,σίγουρα το σπιτάκι μου είναι κάπου εδώ, κοντεύουμε!»
Καθώς έτρεχαν μαζί πάνω στο λόφο μήπως δουν το σπιτάκι της Σοφίας από εκεί ,ο Στάθης αντίκρισε μπροστά του δύο πολύ ανήσυχα κουνελάκια που έπεσαν πάνω στη Σοφία και την αγκάλιασαν. «Μικρή αδελφή μας!» της είπαν και άρχισαν όλα να χοροπηδούν απ΄τη χαρά τους.
Λίγο πιο πέρα ,στην άκρη του λόφου φάνηκε το σπιτάκι τους και αμέσως όλη η οικογένεια της Σοφίας έτρεξε να την καλωσορίσει .Έπειτα ευχαρίστησαν τον Στάθη ,του πρόσφεραν φρέσκα λαχανικά για να δυναμώσει και να επιστρέψει στο δικό του σπίτι και φυσικά στο τζακούζι του!
Έζησαν όλοι καλά και εμείς καλύτερα!
Σοφία Αμελί Σκαρπαθιώτη


